Στην σχετικά εύκολη ακρόαση της υποψήφιας επιτρόπου για την ψηφιακή κοινωνία Μαργκέτε Βεστάγκερ, αφιερώνει το σημερινό του πρωτοσέλιδο το περιοδικό Politico. Η Δανή πολιτικός απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις των ευρωβουλευτών σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει στις προσπάθειες της ΕΕ ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας, αλλά και το ρόλο που θα κληθούν να διαδραματίσουν οι αμερικανικές εταιρείες στην προσπάθεια της Ένωσης να γίνει ψηφιακός πρωταθλητής τα επόμενα πέντε χρόνια που θα διαρκέσει η νέα της θητεία. Χαρακτηριστική είναι η φράση της: Δεν θέλω η ΕΕ να μοιάσει ούτε στην Κίνα, ούτε στις ΗΠΑ. Θέλω η ΕΕ να αρέσει περισσότερο τον εαυτό της.
Ενδιαφέρον έχει ένα άλλο θέμα που αναδεικνύει το περιοδικό και έχει σχέση με μία επίπτωση του Brexit που δεν έχει συζητηθεί πολύ και συγκεκριμένα στην προσέγγιση Πολωνίας και Γερμανίας στο πλαίσιο της Ε.Ε. Στόχος της πρώτης είναι να χρησιμοποιήσει την προνομιακή της θέσης αλλά και σχέση με την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας για να αποκομίσει οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη.
Η ευθύνη για το αδιέξοδο στο θέμα του Brexit ανήκει καθ’ ολοκληρία στη Μεγάλη Βρετανία, δήλωσε χθες ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλωντ Γουνκέρ, ξεκαθαρίζοντας για άλλη μία φορά τη στάση της Ένωσης απέναντι στον Μπορίς Τζόνσον. Τη δήλωση αυτή έκανε ο Γιουνκέρ σε συνέντευξή που παραχώρησε στη γαλλική εφημερίδα Les Echos.
Σε δηλώσεις του προς τους δημοσιογράφους μετά τη συνάντησή του με τον Μπορίς Τζόνσον, ο νέος πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Ντέιβιντ Σασόλι, δήλωσε πως οι προτάσεις που καταθέτει ο βρετανός πρωθυπουργός, δείχνουν την απροθυμία του για την επίτευξη μίας συμφωνίας. Σε συζήτηση που είχε με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Νταβίντ Σασόλι, ο Μπόρις Τζόνσον ξεκαθάρισε πως επιθυμεί ένα Brexit με συμφωνία, όπως ανέφερε εκπρόσωπος της Ντάουνινγκ Στριτ. Στις συνομιλίες των δύο ανδρών, ο Βρετανός πρωθυπουργός «διατύπωσε την προτίμησή του για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ με μια συμφωνία. Υπογράμμισε ότι η πρόταση του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί ένα σημαντικό βήμα και ένα λογικό συμβιβασμό που σέβεται τη Συμφωνία του Μπέλφαστ (Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής), την Ενιαία Αγορά και προβλέπει τη δημοκρατική συναίνεση στη Βόρεια Ιρλανδία», όπως τόνισε ο εκπρόσωπος. Ο Τζόνσον επανέλαβε ότι εάν η Βρετανία δεν καταλήξει σε μια συμφωνία, τότε το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρήσει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία στις 31 Οκτωβρίου. «Ο πρωθυπουργός τόνισε πως δεν υπάρχει πολύς χρόνος για τη διαπραγμάτευση μιας νέας συμφωνίας και γι ‘αυτό πρέπει να κινηθούμε γρήγορα και να συνεργαστούμε για να καταλήξουμε σε μια συμφωνία», πρόσθεσε. Στη δική του ανακοίνωση για την συνομιλία του με τον Βρετανό πρωθυπουργό, ο Νταβίντ Σασόλι τόνισε πως στην σημερινή του συζήτηση με τον Τζόνσον δεν σημειώθηκε «καμία πρόοδος», πως ο Βρετανός πρωθυπουργός έδωσε αόριστες απαντήσεις σε ερωτήματα που του έθεσε, λέγοντας πως υπάρχουν δύο εναλλακτικές σε αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή: «Αναβολή ή καμία συμφωνία».
Τέλος, το περιοδικό, στην πρώτη του σελίδα αναφέρεται στο Σύμφωνο της Μάλτας και στη συμφωνία 4 ευρωπαϊκών κρατών (Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Μάλτας) για αναλογική υποδοχή και εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών. Το περιοδικό επισημαίνει πως οι μειωμένες αυξήσεις στην Ιταλία και η ένταση στην Τουρκία, ανακαθορίζουν το σκηνικό και υποχρεώνουν το Βερολίνο, το οποίο έχει επενδύσει πολλά σε αυτή τη συμφωνία, να εργαστεί δραστήρια για την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής πολιτικής παροχής ασύλου.
Με τίτλο: Ο Λευκός Οίκος κήρυξε πόλεμο στη διαδικασία μορφής, οι New York Times. Η εφημερίδα δημοσιεύει ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο οι δικηγόροι του Λευκού Οίκου έστειλαν επιστολή προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων δηλώνοντας πως η εκτελεστική εξουσία δεν θα συμμετάσχει στη διερεύνηση των καταγγελιών. Η επιστολή, επισημαίνει η εφημερίδα, εστάλη λίγες ώρες αφού ο Λευκός Οίκος κατάφερε να μπλοκάρει την συνέντευξη του ανώτατου διπλωμάτη Γκόρντον Σότλαντ, λίγο πριν αυτός εμφανιστεί ενώπιον του Κογκρέσου. Στο ίδιο θέμα η εφημερίδα αποκαλύπτει πως ο μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος είχε γράψει και καταθέσει μία αναφορά σχετικά με το γνωστό τηλεφώνημα του Τραμπ στον Ουκρανό πρόεδρο Ζελέσκι, χαρακτηρίζοντας το ως “τρέλα”.
Η πολιτική σύγκρουση στις ΗΠΑ κορυφώνεται με αφορμή την έρευνα για το σκάνδαλο με την τηλεφωνική συνομιλία του Ντόναλντ Τραμπ, με τον Ουκρανό ομόλογό του, Βολόντιμιρ Ζελένσκι. Mετά την απόφαση του Λευκού Οίκου να μην συμμετέχει στις έρευνες για την υπόθεση, έρευνες που μπορεί να φέρουν την παραπομπή του Τραμπ, η Νάνσι Πελόζι πέρασε στην αντεπίθεση και έκανε λόγο για προσπάθεια συγκάλυψης από πλευράς Αμερικανού προέδρου. Η απόφαση να μην συνεργαστεί στην έρευνα αποτελεί «παράνομη προσπάθεια συγκάλυψης των γεγονότων και της αλήθειας», έκρινε η Δημοκρατική πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι. «Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου είναι απλά μια ακόμη προσπάθεια απόκρυψης των γεγονότων για τις επονείδιστες προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να ασκήσει πιέσεις σε ξένες κυβερνήσεις προκειμένου να παρέμβουν στις εκλογές του 2020», κατήγγειλε η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η Πελόσι είπε πως ο Τραμπ θα λογοδοτήσει για την άρνησή του, που χαρακτήρισε «περαιτέρω απόδειξη της παρακώλυσης» της έρευνας. «Κύριε Πρόεδρε, δεν είστε υπεράνω του νόμου. Θα λογοδοτήσετε», διεμήνυσε η Πελόζι.
Ωστόσο, το ρεπορτάζ για τις άγνωστες μέχρι τώρα μονάδες της Ρωσικής Στρατιωτικής Κατασκοπίας, οι οποίες δρουν εδώ και μία δεκαετία στην Ευρώπη, προσπαθώντας να αποσταθεροποιήσουν τις διάφορες κοινωνίας (Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Μ. Βρετανία κλπ) και οι αποκαλύψεις που έκαναν πηγές προσκείμενες στις δυτικές μυστικές υπηρεσίες, είναι εκείνο που εντυπωσιάζει στο σημερινό πρωτοσέλιδο της ναυαρχίδας του αμερικανικού Τύπου.
Η εφημερίδα με την προμετωπίδα: Η Δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι, η Washington Post, έχει ως κύριο θέμα του πρωτοσέλιδού της τον πόλεμο που κήρυξε κατά της πρότασης μομφής ο Λευκός Οίκος, αλλά και την αμήχανη στάση του Κογκρέσου που δείχνει ανίκανο να παρακολουθήσει τις εξελίξεις.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της αμερικανικής προεδρίας, η έρευνα την οποία διενεργούν οι Δημοκρατικοί, που ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όσον αφορά την πίεση που φέρεται να άσκησε ο Τραμπ στον πρόεδρο της Ουκρανίας, τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, προκειμένου να δώσει εντολή να διενεργηθούν έρευνες με σκοπό να σπιλωθεί ο Τζο Μπάιντεν δεν είναι ούτε αμερόληπτη, ούτε νόμιμη. Αντίθετα είναι «αντισυνταγματική» και ως εκ τούτου αποφάσισαν να μην συνεργαστούν στο πλαίσιο των ερευνών! «Η έρευνα αυτή δεν αφορά τίποτε άλλο πέρα από το ότι προσπαθείτε να ακυρώσετε τα αποτελέσματα των εκλογών του 2016 και να στερήσετε από τους Αμερικανούς τον πρόεδρο που εξέλεξαν ελεύθερα», αναφέρει ο Πατ Σιπολόνι, δικηγόρος της αμερικανικής προεδρίας, σε επιστολή που απηύθυνε στην Νάνσι Πελόσι, την πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ανάμεσα στα πολλά παράπονα της προεδρίας, ο Σιπολόνι στάθηκε ιδίως στο ότι δεν διεξήχθη ψηφοφορία στην ολομέλεια του σώματος για την επίσημη έγκριση της διαδικασίας έρευνας. «Υπό αυτές της συνθήκες, ο πρόεδρος Τραμπ και η κυβέρνησή του δεν μπορούν να συμμετάσχουν στη μικροπολιτική και αντισυνταγματική έρευνά σας», προστίθεται στην οκτασέλιδη επιστολή του, λίγες ώρες αφ’ ότου ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να εμποδίσει τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Γκόρντον Σόντλαντ, να προσέλθει για να καταθέσει σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Δίπλα ακριβώς, η εφημερίδα δημοσιεύει δηλώσεις πρώην στελεχών των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, οι οποίοι καταφέρονται κατά του προέδρου Τραμπ, ο οποίος θέλει να παρουσιάσει το ουκρανικό σκάνδαλο ως μία “συνομωσία του βαθέους κράτους”, ενώ σε άλλο της ρεπορτάζ αναφέρει πως οι δικαστές απέρριψαν αίτημα του υπουργείου Δικαιοσύνης να μπλοκάρουν την πρόσβαση στα υλικά της έρευνας που είχε διεξάγει ο ειδικός εισαγγελέας Μιούλερ για την ρωσική ανάμειξη στην προεκλογική εκστρατεία του 2016.
Στο θέμα της Συρίας, η εφημερίδα επισημαίνει την αντιφατική πολιτική του προέδρου Τραμπ, τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφασή του τόσο στους κόλπους της διπλωματίας και του ΥΠΕΞ, όσο και στο Πεντάγωνο. Σύμφωνα με την εφημερίδα, το Πεντάγωνο δεν θέλει να αναλάβει τη φύλαξη των μαχητών του Ισλαμικού κράτους που κρατούν φυλακισμένους οι Κούρδοι.
H Wall Street Journal, αφού αναφέρεται στην άρνηση του προέδρου Τραμπ να συμμετάσχει στη διαδικασία διερεύνηση του γνωστού ουκρανικού σκανδάλου, δημοσιεύει ανάλυση, σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία των Αμερικανών συμφωνεί με τη έρευνα των νομοθετικών σωμάτων, θεωρώντας πως η υπόθεση είναι σοβαρή, ωστόσο, ένα μεγάλο ποσοστό θεωρεί πως είναι λόγος αυτός για την αποπομπή του προέδρου.
Η εφημερίδα δημοσιεύει επίσης ρεπορτάζ για το θέμα των αυστηρών προϋποθέσεων χορήγησης βίζας σε κινέζους αξιωματούχους, σε σχέση με την καταπίεση των μουσουλμανικών κοινοτήτων στην χώρα αυτή. Επισημαίνει μάλιστα πως η πολιτική αυτή έχει ως κρυφό στόχο να παρεμποδίσει την Κίνα να έχει πρόσβαση σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης. Ολοκληρώνει δε το θέμα με ρεπορτάζ για την πτώση της τιμής των μετοχών, λόγω των φόβων για την έναρξη ενός γενικευμένου εμπορικού πολέμου.
Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, η εφημερίδα δημοσιεύει δηλώσεις του διοικητή της FED, σύμφωνα με τις οποίες η κεντρική τράπεζα θα συνεχίσει να ενισχύει την ρευστότητα του συστήματος, ενώ δεν παραλείπει να αναφερρθεί και σε απόφαση δικαστηρίου, η οποία απαγορεύει στο FBI να χρησιμοποιεί συγκεκριμένα συστήματα παρακολούθησης υπόπτων, γιατί αυτά παραβιάζουν τα βασικά και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών.
Η Guardian έχει μερικά ενδιαφέροντα ρεπορτάζ στην πρώτη της σελίδα. Ξεκινάει με την άρνηση συνεργασίας του Λευκού Οίκου στην έρευνα της Βουλής των Αντιπροσώπων, αναφέροντας όλες τις λεπτομέρειες και αντιδράσεις που καταγράφηκαν χθες. Στην ίδια σελίδα δημοσιεύει δηλώσεις του Μπένυ Σάντερς, ο οποίος επιστρέφοντας σπίτι του δήλωσε πως ήταν ανόητος που δεν έδωσε σημασία στα σημάδια για το καρδιολογικό πρόβλημα που αντιμετώπισε. Η Κίνα, κατά την εφημερίδα εξέφρασε ανησυχία για την εφαρμογή που έβγαλε η Apple, με την βοήθεια της οποίας οι διαδηλωτές στο Χονγκ Κονγκ εντοπίζουν τις κινήσεις της αστυνομίας.
Η Independent έχει ως πρωτοσέλιδο της το blame game ανάμεσα στη Βρετανία και την Ε.Ε. που θέλει να παίξει ο Μπορίς Τζόνσον μπροστά στην αδυναμία του να προτείνει μία βιώσιμη και εφικτή λύση στο ζήτημα της εξόδου της χώρας του από την Ένωση. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ρεπορτάζ της εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο ανώνυμη πηγή της πρωθυπουργικής κατοικίας, δήλωσε πως υπήρξε μία πολύ έντονη συζήτηση μεταξύ Τζόνσον και Μέρκελ, η οποία όξυνε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις Βρετανία και Ε.Ε.
Τέλος ένα θέμα ιδιαίτερης ευαισθησίας αναδεικνύει η εφημερίδα, δημοσιεύοντας έρευνα σύμφωνα με την οποία η ρητορική μίσους κατά των ΑΜΕΑ αυξήθηκε κατά 41% μέσα σε ένα χρόνο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Times το επιτελείο του Βρετανού πρωθυπουργού έχει βάλει στη λίστα παρακολούθησης μια ομάδα τουλάχιστον πέντε υπουργών που θεωρείται πώς θα πως θα παραιτηθούν ομαδικά. Όπως αναφέρει η εφημερίδα η υπουργός Πολιτισμού Νίκι Μόργκαν, ο υπουργός αρμόδιος για τη Βόρεια Ιρλανδία Τζούλιαν Σμιθ, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ρόμπερτ Μπάκλαντ, ο υπουργός Υγείας Ματ Χάνκοκ και ο Γενικός Εισαγγελέας Τζέφρι Κοξ εκτιμάται πως σκοπεύουν να παραιτηθούν. Το παράδειγμά τους ετοιμάζεται μάλιστα να ακολουθήσει και «πολύ μεγάλος αριθμός» βουλευτών των Τόρηδων εάν η χώρα φανεί πως οδεύει στο λεγόμενο no-deal Brexit, όπως δήλωσε στέλεχος της κυβέρνησης στους Times υπό τον όρο να μην κατονομαστεί. «Η κυβέρνηση ορίζει τη στρατηγική, όχι αξιωματούχοι που δεν έχουν εκλεγεί. Εάν αυτό που βλέπουμε αποτελεί προσπάθεια να γίνει κάτι τέτοιο, θα αποτύχει», τόνισε άλλος υπουργός —που επίσης δεν κατονομάζεται— στην εφημερίδα αναφερόμενος στον κορυφαίο σύμβουλο της Ντάουνινγκ Στριτ, τον Ντόμινικ Κάμινγκς.
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η εφημερίδα Financial times, η οποία στο πρωτοσέλιδο της έχει εκτεταμένο ρεπορτάζ για την ανεπαρκή προετοιμασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένου εμπορικού πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Αναφέρεται μάλιστα στις προσπάθειες της επιτρόπου Σεσίλα Μαλστρομ για ενιαία και κοινή πολιτική των χωρών μελών προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο που μοιάζει περισσότερο από πιθανό μέρα με την ημέρα. Στο ίδιο άρθρο επισημαίνεται η προβληματική σχέση της Ένωσης με τις αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, καθώς επίσης και η πολιτική ενίσχυσης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από την Κομισιόν.











































