Κι όμως υπάρχει νόμος εδώ και 38 χρόνια για την πρόβλεψη προσωπικού ασφαλείας σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, σε περίπτωση απεργιών, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες του κοινωνικού συνόλου και να προστατεύονται οι εγκαταστάσεις.
Πρόκειται για το Ν.1264 της 30.6/1.7.1982 “Για τον εκδηµοκρατισµό του συνδικαλιστικού κινήµατος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζοµένων” (συνδικαλιστικός νόμος).
Όπως επισημαίνεται στο αρθρο 21:
Κατά τη διάρκεια της απεργίας η συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία την κηρύσσει, έχει υποχρέωση να διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχηµάτων.
Στις υπηρεσίες, οργανισµούς και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, όπως συµπληρώθηκε µε τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 και του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1915/1990 των οποίων η λειτουργία έχει ζωτική σηµασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, πέραν του προσωπικού ασφαλείας της προηγούµενης παραγράφου διατίθεται και προσωπικό για την αντιµετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας.
Το διατιθέµενο προσωπικό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού παρέχει τις υπηρεσίες του κάτω από τις οδηγίες του εργοδότη, προς εκπλήρωση των σκοπών για τους οποίους διατίθεται.
Το προσωπικό των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου καθορίζεται µε ειδική συµφωνία µεταξύ της αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης στην επιχείρηση και της διοίκησης της επιχείρησης. Η πλέον αντιπροσωπευτική είναι η συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία έχει ως µέλη τους εργαζοµένους, που προέρχονται από όλους τους κλάδους της επιχείρησης. Αν στην επιχείρηση υπάρχουν περισσότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις, αντιπροσωπευτικότερη είναι εκείνη που συγκεντρώνει το µεγαλύτερο αριθµό µελών, που ψήφισαν κατά τις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη διοίκησης, ανεξάρτητα από τις ειδικότητες των εργαζοµένων που είναι µέλη της. Οι λοιπές συνδικαλιστικές οργανώσεις δικαιούνται να παρέµβουν στις διαπραγµατεύσεις και τις λοιπές διαδικασίες.
Για τις επιχειρήσεις δηµοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας πέραν του προσωπικού της παρ. 2 µε την ίδια συµφωνία είναι δυνατόν να καθορίζονται οι συγκεκριµένες ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, τις οποίες πρέπει να καλύπτει η επιχείρηση σε περίπτωση απεργίας και οι συνέπειες για την παραβίαση της συµφωνίας. Κριτήρια για τα θέµατα αυτά αποτελούν το είδος και η κοινωνική κρισιµότητα των υπηρεσιών και αγαθών, που παρέχει η επιχείρηση και η ανάγκη διασφάλισης της άσκησης του δικαιώµατος της απεργίας.
Η συµφωνία καταρτίζεται µε απευθείας διαπραγµατεύσεις µεταξύ των µερών. Έως την 5η Νοεµβρίου κάθε ηµερολογιακού έτους ένα από τα ενδιαφερόµενα µέρη καλεί το άλλο σε διαπραγµάτευση µε εξώδικη κλήση, στην οποία περιέχεται υποχρεωτικά η πρόταση για καθορισµό του προσωπικού των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου. Η κλήση επιδίδεται µε δικαστικό επιµελητή και κατά τον ίδιο τρόπο κοινοποιείται στο Υπουργείο Εργασίας.
Η συµφωνία καταρτίζεται το αργότερο έως τις 25 Νοεµβρίου κάθε ηµερολογιακού έτους και κατατίθεται στην αρµόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, µέσα σε πέντε (5) ηµέρες από την υπογραφή της. Η συµφωνία αυτή ισχύει ολόκληρο το ηµερολογιακό έτος που ακολουθεί.
Εάν δεν τηρηθεί η διαδικασία της παρ. 5 αυτού του άρθρου ή αν η συµφωνία δεν καταρτισθεί έως την 25η Νοεµβρίου ή δεν κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας µέσα στην προθεσµία που ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου αυτού τα µέρη υποχρεούνται να προσφύγουν στην διαδικασία της µεσολάβησης.
Δημήτρης Κωστάκος










































